ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

                       Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

                                         ΚΑΤΑ ΤΟΝ Κ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟ

 

   

   “Εδώ, σ' αυτή την πόλη ( Κωσταντινούπολη ) η οποία επί τόσο μακρό διάστημα είχε υποστηρίξει ότι είναι κληρονόμος της ρωμαϊκής παραδόσεως , είναι σημαντικό να σημειώση κανείς την καταπληκτική αναβίωση της μνήμης του ελληνικού παρελθόντος και να παρατηρήσει τη γένεση ενός ελληνικού πατριωτισμού, ο οποίος κατά την παραμονή της τελικής καταστροφής ( άλωση πόλης ) μπορεί να φαίνεται μόνο μάταιη αυταπάτη, η οποία όμως είναι έκφραση  μ ι α ς  α π ό   τ ι ς ι δ έ ε ς , οι οποίες τελικά οδήγησαν στην αποκατάσταση της ν έ α ς Ε λ λ ά δ ο ς  κατά τον δέκατο ένατο αιώνα”.

    ( Charles Diehl ,  στο βιβλίο : Βυζάντιο , εισαγωγή στον Βυζαντινό πολιτισμό, των N. BaynesH. Moss , εκδ. Παπαδήμα , 1983 , σελ. 161 ).

 

   “ Δεν ημπορώ να παραδεχθώ , ότι αι επιγραφαί ( ως ένα από τα λιγώτερο σημαντικά ιστορικά στοιχεία ) έχουν την ιδίαν σημασίαν με τα θαυμαστά κατορθώματα των Αθηνών και της Σπάρτης, ή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ή των επιφανών Πατέρων της Εκκλησίας, ή των ηρώων της μεσαιωνικής ιστορίας μας.  Ακόμη ολιγώτερο δέχομαι , ότι επιτρέπεται να προτιμώνται τα μικρά και ασήμαντα από τα διδακτικώτερα πορίσματα της ιστορίας, τα οποία οι νέοι μας οι μέλλοντες να διοικήσουν και να κυβερνήσουν κάποτε την Ελλάδα , ή γνωρίζουν ατελώς, ή αγνοούν καθ' ολοκληρίαν....... Ολοι οι φρόνιμοι άνθρωποι θαυμάζουν και επαινούν τα αριστουργήματα του Φειδίου, του Πολυκλείτου, του Μύρωνος, του Σκόπα, του Πραξιτέλους, του Λεωχάρουςτου Βρυάξιδος, του Λυσίππου, δι' εν εκ των οποίων οι πρόγονοί μας ανεφώνησαν :

 

           Η θεός  έβης τον θεόν οψόμενος”

 

  ( Κων/νος Παπαρρηγόπουλος, Επίτομος Ιστορία του Ελληνικού Εθνους ,

     Εκδ. Οίκος Δημητράκου Α.Ε. , 1952 , σελ. 12 )

       

                                                                     

        Α

                          Ο  ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ  

                      ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

 

    Οταν άρχισε η Ελληνική επανάσταση, την 25η Μαρτίου του 1821, ημερομηνία διπλά σημαντική για το συμβολικό της χαρακτήρα, είχε ωριμάσει η στιγμή κατά την οποία ο Νέος Ελληνισμός θα διεκδικούσε την ελευθερία του, μετά από 400 περίπου χρόνια σκλαβιάς. Τόσα χρόνια καταπίεσης και επιβολής από τον Οθωμανό κυρίαρχο, δεν οδήγησαν σε οριστικό αφανισμό μια φυλή , το παρελθόν της οποίας υπήρξε πολιτιστικά πρωταγωνιστικό σε οικουμενικό επίπεδο. Οι ιστοριαγράφοι της Μεσαιωνικής περιόδου της Ρωμηοσύνης μας έχουν εξηγήσει επαρκώς τους λόγους, για τους οποίους η φλόγα της ελευθερίας ποτέ δεν έσβυσε στης Ελληνική χώρα.

 

   Ενας από τους εξέχοντες αυτούς ιστορικούς, ο κορυφαίος όλων, είναι ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, το έργο του οποίου Ιστορία του Ελληνικού Εθνους ( έργο πολύτομο ), αποτελεί και μία απολογία ή ακόμη καλύτερα τεκμηρίωση της αδιάπτωτης συνέχειας του Ελληνισμού από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τη σημερινή εποχή. Με την έναρξη της επανάστασης το 1821 έγινε η αρχή για τη θεμελίωση της Νεοελληνικής μας υποστάσεως. Μικρό στην αρχή, ώστε να περιλαμβάνει μόνο την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα, καθώς και ορισμένα νησιά, το Κράτος μας σταδιακά απέκτησε τη σημερινή του έκταση μετά από πολέμους και συνθήκες , τις οποίες κάθε μαθητής σήμερα διδάσκεται στο σχολείο του, ως συστατικές της εθνικής μας οντότητας.

 

   Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος είναι ο διανοητής – ιστοριογράφος, που δίνοντας έμφαση  στην υποτιμημένη από τους Δυτικούς ιστορικούς Μεσαιωνική ιστορία , αρχίζει την αφήγησή του με την περιγραφή της κατάστασης , στην οποία βρέθηκε η χώρα, όταν οριστικά οι Οθωμανοί στερέωσαν την κυριαρχία τους το έτος 1453 μ.χ. με την πτώση της Βασιλεύουσας Πόλης στα χέρια τους. Διότι τότε ακριβώς ελήφθησαν και τα μέτρα εκείνα ή , αν θέλουμε να το εκφράσουμε καλύτερα , οι τρόποι Διοίκησης της Αυτοκρατορίας, Οθωμανικής τώρα και όχι Ρωμαίικης, (με ελληνικό και ορθόδοξο χριστιανικό “χρώμα” προηγουμένως)  - πράγμα που έχει τη σημασία του στην κατανόηση των αιτίων της αναπτυχθείσης ποικιλόμορφης αντιστάσεως.

 

  Οπως όλοι γνωρίζουμε, ορισμένες επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είχαν ήδη υποκύψει πρό του 1453 μ.Χ. , ενώ άλλες υπέκυψαν μετά από το έτος αυτό, στερεώνοντας την επέκταση του Οθωμανικού κράτους. Ωστόσο η ημερομηνία αυτή εκλαμβάνεται ως “οριακό σημείο” για τον Παπαρρηγόπουλο, διότι η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως συμπίπτει με την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη θέση έχουν και τα ¨προνόμια” που εδόθησαν στον Πατριάρχη , το ίδιο όπως και ορισμένα ορισμένα άλλα “επιεική μέτρα” ( φυσικά προς το συμφέρον του κυρίαρχου ) από μια ορισμένη στιγμή και ύστερα.

 

   Η ελληνική επανάσταση , και εδώ ορισμένοι ιστορικοί κακώς διαφωνούν , έγινε διότι υπήρχε καταπίεση, ενίοτε αρκετά σκληρή, από τον Τούρκο κατακτητή και οι υποδουλοι υφίσταντο σειρά διώξεων, εξαιρέσει τω κλεφτών και αρματολών , που όπως θα λέγαμε σήμερα “πέρασαν στην αντίσταση” πολύ ενωρίς. Αυτοί βρήκαν καταφύγιο στα βουνά, όπως τα θηρία, μακρυά από το βλέμμα του όποιου καταπιεστή. Ηταν άνθρωποι που κουβαλούσαν μέσα τους μια αδούλωτη ψυχή με αγάπη στην ελευθερία.

 

 

 

   Το παθος για το οποίο διακρίνεται η αφήγηση του Παπαρρηγόπουλου δικαιολογείται και από τα γεγονότα που συνέβησαν στη ίδια την οικογένειά του και τον πλήγωσαν προσωπικά. Ο πατέρας του Δημήτριος , που καταγόταν από τη βυτίνα της Αρκαδίας , μία εβδομάδα πριν το μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου του Ε' , θανατώθηκε μαζί με άλλους Προκρίτους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αδελφός του Ιωάννης , ο γιός του Μιχαήλ και ο γαμπρός του  Δημ. Σκαναβής. Ολα αυτά επέδρασαν στην ψυχή του Κων/νου, που είχε γεννηθεί το 1815 , και αιτιολογούν το δραματικό πάθος , που “χρωματίζει” την ιστορική του αφήγηση.

 

   Δεν θα εκτεθεί εδώ η πλήρης βιογραφία του Κων/νου Παπαρρηγόπουλου, περίγραμμα της οποίας βρίσκουμε στην Επίτομη Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, την οποία συμβουλευόμαστε στην παρούσα εργασία ( έκδ. 1952 , Εκδοτικός Οίκος Δημητράκου Α. Ε. ). Θα αρκεστούμε στην επισήμανση του γεγονότος που μας ενδιαφέρει άμεσα : η Πανεπιστημιακή διδασκαλία του μεγάλου αυτού ανδρός αποτέλεσε το υλικό με το οποίο συγκροτήθηκε η “Ιστορία του Ελληνικού Εθνους” , για να εκδοθούν στην συνέχεια απο τον ίδιο και προς το τέλος της δημιουργικής του πορείας τα “διδακτικώτερα πορίσματα”, έργο απίστευτα περιεκτικό των απόψεών του και της πείρας του.

 

   Το έργο αυτό είναι και το “κύκνειο άσμα” του, γραμμένο λίγο πριν το θάνατό του, στις 24 Απριλίου του 1891 . Η  συνεπής έκθεση των μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως ιστορικών στοιχείων θα μας καθοδηγήσει σε συμπεράσματα για την πνευματική αφύπνιση του Νέου Ελληνισμού , μέσα από την απόκτηση “ελληνικής παιδείας”, ο χαρακτήρας της οποίας ήδη σχετίζεται με το ¨μορφωτικό” κομμάτι , που προετοίμασε την επανάσταση του 1821. Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος εξηγεί την οργάνωση και διαμόρφωση αυτής της Παιδείας ,με παράλληλη εξέταση του “δυτικού τρόπου ζωής” ήτοι ηθών και εθίμων, τα οποία οι Βυζαντινοί άρχισαν να υιοθετούν από τον 12ο μ.χ. αιώνα, εποχή που οι Σταυροφόροι αρχίζουν να προελαύνουν στην Ανατολική Αυτοκρατορία κατακτητικά.

 

  Τότε αρχίζει και η πρώϊμη συνάντηση δυο πολιτισμών με διαφορετικό “υπόβαθρο”, κάτι που διαπιστώνεται ιδιαίτερα στις ποικίλες εκφάνσεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού ( ο οποίος έχει αναλυθεί επαρκώς από ειδικούς μελετητές  – εδώ δεν θα το εξετάσουμε αυτοτελώς , απλώς το αναφέρουμε ).

 

   Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος έχει ως βασική του αρχή πως “ο διανοητικός βίος έχει πάντοτε άμεση σχέση με την Πολιτική και Κοινωνική κατάσταση” ( Επίτομη Ιστορία , σελ. 495 ). Και είναι αλήθεια , πως το σύνολο σχεδόν των ιστοριογράφων δεν παραλείπουν να μας βεβαιώνουν,  πως η πνευματική παραγωγή δεν είναι άσχετη με ορισμένη “κατάσταση πραγμάτων”, σε μια κοινωνία ή εποχή. Ετσι ο διανοητικός βίος ενός λαού ή μιας ομάδος ανθρώπων αντανακλάται και στα έργα Τέχνης , τα έργα του λόγου και γενικώτερα στην “κουλτούρα” , που χαρακτηρίζει ορισμένη ιστορική περίοδο και ορισμένη κοινωνική οργάνωση.

 

  Με κατευθυντήρια γραμμή τις παραπάνω σκέψεις και διαπιστώσεις θα προχωρήσουμε τώρα στην άποψη του Παπαρρηγόπουλου για την πνευματική αφύπνιση του Νέου Ελληνισμού, με αδιάσειστα ιστορικά ντοκουμέντα. Αφύπνιση κυρίως μέσω της Παιδείας ( αυτή ήθελε και ο Πατροκοσμάς για όλους τους υπόδουλους Ελληνες , με την ίδρυση σχολείων )

 

                                                               Β.

                                        ΟΙ ΔΥΤΙΚΟΤΡΟΠΕΣ ΤΑΣΕΙΣ

 

    Οταν το μεγαλύτερο μέρος του Εθνους μας  υπέκυψε στην Οθωμανική κυριαρχία, ένα άλλο μέρος, όχι μικρό, υπέκυψε στην Φραγκική. Ο Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι “διαμορφώθηκαν σταδιακά δύο διανοητικές τάσεις, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος. Η μία τάση υπήρξε αντανάκλαση των δυτικών επιδράσεων και η άλλη τάση διατυπώθηκε σύμφωνα με τις νέες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες” ( Επίτομη Ιστορία , σελ. 495 ).

 

   Ο Δυτικός βίος, σύμφωνα με αυτή την παραδοχή, άρχισε να επιρρεάζει ευθύς αμέσως με την έναρξη των Σταυροφοριών τον 13ο αιώνα , οπότε οι Ελληνικές χώρες υπέκυψαν στη Φραγκική κυριαρχία. Ετσι πολλά ήθη και έθιμα της δύσεως είχαν διεισδύσει στην Κωνσταντινούπολη ήδη από την εποχή των Κομνηνών.  Οταν το 1261 μ.χ. Ιδρύθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία, πολλά από αυτά τα έθιμα, δηλαδή ο δυτικός τρόπος ζωής, διατηρήθηκαν και συνέχιζαν να επιδρούν στη ζωή της Ελληνικής Μοναρχίας και όταν επανεκτήθη η Κωνσταντινούπολη. Απο την εποχή αυτή φαίνεται πως αρχίζει η ανάμειξη δύο πολιτισμικών τύπων. “Η νεοελληνική ιστοριογραφία”, επισημαίνει η Αννα Ταμπάκη, “έριξε το κύριο βάρος της ερμηνευτικής της προσπάθειας στην ιδεολογική διαμάχη που σφράγισε τον 19ο αιώνα και βρέθηκε στο απόγειό της με την επικράτηση του Ρομαντισμού” ( Περί Νεοελληνικού Διαφωτισμού, εκδόσεις Ergo, σελ. 42 ).

 

   Ανήκει το Κων/νο Παπαρρηγόπουλο η συνθετική τόλμη της ολοκλήρωσης ενός ενιαίου σχήματος της ιστορίας του Ελληνικού Εθνους, το οποίο περιλαμβάνει την αρχαιότητα, το βυζάντιο και το νεότερο ελληνισμό, και ασφαλώς μέσα στα όρια αυτού του σχήματος επιχειρείται η καταγραφή των επιδράσεων της Δυτικής κουλτούρας στη ζωή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Δεν είναι καθόλου παράδοξο το ότι έγιναν, όπως γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, μεταφράσεις δυτικών ποιημάτων στην Κωνσταντινούπολη, όπως φυσικά και άλλες απόπειρες “μιμήσεως των διανοητικών προϊόντων της τότε Ευρώπης”.

 

   Τα ήθη και τα έθιμα του δυτικού βίου επικράτησαν πολύ περισσότερο στις περιοχές της Νότιας Ελλάδας , όπως η Πελοπόννησος και η Στερεά Ελλάδα καθώς και σε Ρόδο, Κρήτη, και ορισμένα νησιά του Αιγαίου που έμειναν στην επιρροή των Φράγκων για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Η επιρροή υπήρξε επίσης αρκετά ισχυρή και στα Ιόνια νησιά μέχρι της αποδόσεώς τους στη χώρα μας. Ολόκληρη φιλολογία , ιπποτική και ερωτική, καλλιεργήθηκε λοιπόν σ' αυτά τα νησιά και αποτυπώθηκε σε μυθιστορήματα και ποιήματα , με πρότυπα από τη Γαλλία και την Ιταλία.

 

   Η  αποτίμηση αυτών των έργων εκφράζεται με τα παρακάτω χαρακτηριστικά λόγια απο τον Παπαρρηγόπουλο : “όλαι αι μεταφράσεις και αι μιμήσεις εκείναι υπήρξαν όχο μόνο μετριώτατα έργα, αλλά και ατομικά ούτως ειπείν, τα οποία δεν ημπορούν καθόλου να θεωρηθούν ως προϊόν της ελληνικής διανοίας , ουδ' επέδρασαν πολύ εις αυτήν, ουδέ διαδόθησαν και εδιαβάσθησαν πολύ. Ενεκα τούτου ή μόλις εδημοσιεύθησαν εις την εποχή μας ή και αν εδημοσιεύθησαν προηγουμένως δεν ανετυπώθησαν πλέον” ( Επίτομη Ιστορία, σελ. 498 ).

 

   Ωστόσο υπάρχουν και μιμήσεις έργων που ταιριάζουν στον Ελληνικό χαρακτήρα και τα οποία εξετάζονται ακόμη σήμερα από την φιλολογία , διδάσκονται δε στο ελληνικό σχολείο , ως μέρος της Νεοελληνικής ποιητικής δημιουργίας. Αλλά επιρροή της Δύσης είχαμε και στη ζωγραφική, με κορυφαίο παράδειγμα τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, που έδρασε κυρίως στην Ισπανία. Αλλά ενώ  τα νησιά “δροσίζονται” από την αύρα της δύσης στη δημιουργία τους στην Ηπειρωτική Ελλάδα τους τελευταίους αιώνες προ της Οθωμανικής επικρατήσεως, οι επαρχίες της είχαν μια “ελληνικώτερη εκπαίδευση”, περί της οποίας θα γίνει λόγος στη συνέχεια.

 

 

 

            Γ.

              ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ  ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ

              “ΕΛΛΗΝΙΚΩΤΕΡΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ”

              ( και πτώση στην αμάθεια )

 

   Τους τελευταίους αιώνες πριν την ολοκλήρωση της Οθωμανικής κυριαρχίας αναδεικνύονται κάποιες μορφές που συντελούν αποφασιστικά στην καλλιέργεια ελληνικότροπης εκπαίδευσης με το συνολικό έργο τους. Αξίζει να αναφερθούν ορισμένα χαρακτηριστικά ονόματα :

 

    Πρόκειται για το “θίασο” του Γεμιστού, του Βησσαρίωνος, του Γεωργίου Τραπεζουντίου, του Αμοιρούτση, των Αργυροπούλων, των Λασκαρέων, των Χαλκοκονδυλών. ( Επιτομη Ιστορία, σελ. 503 ). Οταν αυτοί οι άνδρες απεδήμησαν τότε έκλεισαν και οι σχολές από έλλειψη δασκάλων. Οι καταστροφές του 15ου και του 16ου αιώνα δεν επέτρεψαν την ίδρυση νέων σχολών και οι Ηπειρωτικές χώρες στερήθηκαν για 200 χρόνια οποιασδήποτε παιδείας.

 

   Εξαίρεση αποτελούν ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς και ο Μανουήλ Μαλαξός, που γεννήθηκαν και ανατράφηκαν στο Ναύπλιο, το οποίο τότε βρισκόταν υπό Ενετική κυριαρχία. Αλλά τα χρόνια αυτά γενικώς επικρατει η αμάθεια και αυτό αποδεικνύεται από πολλά τεκμήρια. Για παράδειγμα, ο Παπαρρηγόπουλος αναφέρει την “αλλόκοτη γλώσσα” στην οποία έγραφαν οι γραμματικοί των Σουλτάνων, τις διεθνείς συνθήκες ( “δήθεν ελληνιστί” ). Ετσι μπορούμε να καταλάβουμε το επίπεδο των άλλων ανδρών του Εθνους. “Μόνο τα Πατριαρχικά έγγραφα διατηρούσαν ακόμα κάποιαν ευπρέπεια και κοσμιότητα” ( Επιτομη Ιστορία, σελ. 503 ).

 

   Ακόμα και Μητροπολίτες και Επίσκοποι δεν ήξεραν να υπογράψουν τα ονόματά τους. Το ίδιο και οι προκριτότεροι της επαρχίας, ήσαν αγράμματοι. “ Ο Κούμας βεβαιώνει ότι εμελέτησε τον αρχιερατικόν κώδιακα της Λαρίσης , τον οποίον εύρε να ανατρέχη  μέχρι τέλους του 16ου αιώνος και συγκεφαλαιώνει την μελέτην του κατ' αυτόν τον τρόπον: “ Γράμματα με βαρβαρικήν σύνταξιν , με ανορθογραφίαν απίθανον και εις αυτάς των Μητροπολιτών τας υπογραφάς γεμίζουσι τον ειρημένον κώδικα μέχρι  της αρχιερατείας του Ιακώβου , όστις έλαβε την μητρόπολιν εκείνην  το 1730 έτος.... Τώρα ερωτώ , εάν οι μητροπολίται και οι επίσκοποι δεν ήξευραν να υπογράψωσι τα ονόματά των , εαν ο πλούσια εισοδήματα έχων μητροπολίτης της Λαρίσης δεν εύρισκε γραμματέα να του υπογράψη τα πρακτικά της μητροπόλεως , εαν οι συνυπογραφόμενοι εις πολλά συμφωνητικά γράμματα προκριτώτεροι της επαρχίας ήσαν αγράμματοι, πού ευρίσκετο τότε η παιδεία του γένους ;    ( Επίτ . Ιστορία , σλ.  504 )

 

    Η “αναζωπύρωσις του εντοπίου ελληνισμού στις χώρες της Ηπειρωτικής ελλάδος άρχισε από τον 17ο αιώνα, εποχή κατά την οποία συστήθηκαν και αναπτύχθηκαν παντού πολλές σχολές και σ' αυτό συνέβαλε αποφασιστικά το επιεικέστερο πολίτευμα που εφάρμοσε η Υψηλή Πύλη, φυσικά προς το δικό της συμφέρον.

     Κατά την νέα αυτή περίοδο της αναγεννήσεως του Ελληνισμού περίφημοι δάσκαλοι ακούστηκαν και έγραψαν απ' άκρου εις άκρον της πατρίδος μας και χιλιάδες μαθητές “βαπτίστηκαν στα νάματα της αρχαίας και της νέας επιστήμης”. Διαμορφώνεται τότε και το φαινόμενο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού ( μεταξύ “παράδοσης και ανανέωσης” )  το οποίο είναι πολυσύνθετο και ακόμη και σήμερα ερευνάται επιμελώς καθ' όσον ενδιαφέρει το ευρύτερο πεδίο της διαπολιτισμικής σύνθεσης , το οποίο διατρέχει και τη σύγχρονη εποχή , ως μέρος της “παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας μας”. Αλλά το θέμα αυτό δεν θα αναλυθεί εδώ : απλώς υποσημαίνεται. Η συνέχεια θα είναι ο ρόλος της Ελληνικής κοινότητος της Ενετίας στην αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων, με την ίδρυση σχολείων και τη στελέχωσή τους.

 

                                       -  ΤΕΛΟΣ  Α'  ΜΕΡΟΥΣ  -

 

 

   - Β ΜΕΡΟΣ -

Δ.

ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΕΤΙΑΣ

 

    Η παιδεία του γένους οφείλει την αναγέννησί της προ πάντων στην Ελληνική κοινότητα της Ενετίας , που άρχισε τότε να ακμάζη . Το 1583 , σύμφωνα με ειδική Πραγματεία του Ιωάννου Βελούδου , η κοινότητα αυτή αποτελείτο από 400 και πλέον ψυχές , οι οποίες σταδιακά άρχισαν να πολλαπλασιάζονται.. Στην Ενετία βρέθηκαν άποικοι , είτε από Τουρκικές χώρες για λόγους ασφαλείας , είτε από χώρες που κατείχαν οι Ενετοί , για καλύτερη σταδιοδρομία . Κυρίως χάριν του εμπορίου. Φρόντισαν πολύ νωρίς να ιδρύσουν δική τους εκκλησία , παράλληλα δε φρόντισαν για την ελληνικώτερη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους.

 

   Προς το σκοπό αυτό , συστήθηκε το 1621 το λεγόμενο Φλαγγίνειο Φροντιστήριο, που πήρε την ονομασία του από τον Κερκυραίο Θωμά Φλαγγίνη, ο οποίος υπήρξε πρώτος ιδρυτής και χρηματοδότης. Γράφει ο Παπαρρηγόπουλος : “εις το φροντιστήριον τούτο , όπου δεν εγίνοντο δεκτοί παρά μόνον νέοι έλληνες την καταγωγήν και ορθόδοξοι την θρησκείαν , εδιδάσκοντο επιστήμαι και γράμματα , και ελληνικά και λατινικά από μορφωμένους άνδρας μερικών εκ των οποίων είναι δίκαιον να αναφέρωμεν τα ονόματα” ( τα οποία και καταχωρεί εδώ ο συγγραφεέας της Επίτομης Ιστορίας , σελ. 505 κ.εξ. )

 

   Σε αυτό το φροντιστήριο διέπρεψε και ο Ηλίας Μηνιάτης “ο άριστος των ιεροκηρύκων που ανέδειξε η ελλάς” κατά τους τελευταίους τέσσερις αιώνες “ο μέγιστος ίσως όλων όσων η φωνή αντήχησεν εις την Ανατολήν από των χρόνων του Φωτίου”. Ο Μηνιάτης υπήρξε “γέννημα της Ανατολικής Παιδείας των Ιονίων νήσων” ( Επίτομη Ιστορία, σελ. 501 ).

 

    Γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλληνίας και ανατράφηκε στο Φλαγγινιανό Φροντιστήριο της Ενετίας, όπου άρχισε από παιδί ακόμη το ρητορικό του στάδιο. Γράφει ο Παπαρηγόπουλος ότι “το 1686, κατα την τελευταίαν εκστρατείαν των Ενετών εναντίον της χώρας μας, απήγγειλεν εις τον ελληνικόν λαόν της Ενετίας την 25ην Μαρτίου τον πανηγυρικόν λόγον της θεοτόκου Μαρίας, ΄όπου απαντάται η περίφημη εκείνη επίκλησις προς Αυτήν υπέρ της απελευθερώσεως του ελληνικού έθνους” ( Επίτομη Ιστορία, σελ. 501 ). Οταν εκλήθη διδάσκαλος στην Κεφαλληνία “απήγγειλεν εις τον Ναόν του Αγίου Νικολάου του Ληξουρίου τον λόγον π ε ρ ί  α γ ά π η ς , εις τον οποίον κύριον θέμα , όπως πάντοτε έχει την τύχην όλης της πατρίδος και αποδίδει την απώλειαν της αυτονομίας αυτής εις την κατάραν της διχονοίας.

 

   “έπεσεν , έπεσεν, ανακράζει, και κείται εις την γήν σκλαβωμένον το γένος το βασιλικόν. Ποίος το έρριψε, ποίος το ενίκησεν ; Οχι κατά του αρχαίους χρόνους τα άρματα των Περσών, όχι τώρα έγκαιρα τα στρατεύματα των Αγαρηνών. Το κατέλαβεν οργή θεϊκή.........., έπεσεν η βασιλεία, διότι εσηκώθη η ειρήνη όπου είναι ο στύλος των βασιλειών” ( Επίτομη Ιστορία, σελ. 501 ). Δίδασκε ο Μηνιάτης, λοιπόν, από τον άμβωνα την αρετή και ταυτοχρόνως τα καθήκοντα του πολίτη, την πίστη προς το θεό και προς την πατρίδα. Αυτί γινόταν παντού : στη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, στην Ενετία, στην Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, στο Ναύπλιο, στο Αργος και τέλος από το 1711 μέχρι το θάνατό του, που συνέβη τρία χρόνια αργότερα, ως επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων.

 

    Ο Ηλίας Μηνιάτης μιμήθηκε όχι μόνο τον Σκούφο, αλλά και τον περίφημο Ιταλό Σένιερη, προ πάντων μάλιστα αυτόν. Ωστόσο τους μιμήθηκε δημιουργικά, σχολιάζει ο Παπαρρηγόπουλος, “όπως αι μεγάλαι φύσεις, αι οποίαι συχνά μεν εξισώνονται με τα πρωτότυπα, κάποτε όμως τα ξεπερνούν” ( Επ. Ιστ. Σελ.  501 ).

 

 

  

   Εκτός από τον Μηνιάτη στο Φλαγγίνειο Φροντιστήριο διέπρεψαν και άλλοι “καλοί κ' αγαθοί διδάσκαλοι” των οποίων τα ονόματα απαριθμούνται στην Επίτομη Ιστορία, όπως ο Κρητικός Νικόλαος Καλλιάκης, ο Αντώνιος Προκακιάντης, ο Κερκυραίος Θωμάς Κατάνης, ο ιεροκήρυκας Νικόλαος Παπαδόπουλος, ο ιερέας Στέφανος Μόσχος, ο Αθηναίος Ιωάννης Πατούσας, ο Κεφαλλονίτης Αγάπιος Λοβέρδος, ο Απόστολος Μίκος από τη Παραμυθία, δύο Αθηναίοι με το όνομα Γεώργιος Πατούσας και ο Κυθήριος Σπυρίδων Βλαντής, που υπήρξε και ο τελευταίος, γιατί από το 1975 το Φροντιστήριο παρήκμασε εντελώς.

 

   Η Ενετική κοινότητα απαρτιζόταν από ανθρώπους που εκ πείρας γνώριζαν την αγραμματοσύνη που επικρατούσε στις ελληνικές χώρες και με προθυμία αγωνίστηκε για τη θεραπεία του κακού.Εδωσε πρώτη το παράδειγμα της “φιλογενείας”, το οποίο επρόκειτο να μιμηθούν αργότερα και άλλες κοινότητες του εξωτερικού. “εδώ καταφαίνεται εκείνο, το οποίον καινάλλοτε παρετηρήσαμεν, ότι αι αποικίαι αι οποίαι εσυστήθησαν δι' εμπορικούς λόγους , διέφερον ουσιωδώς από τους λογίους και πολιτικούς πρόσφυγας. . Οι τελευταίοι αυτοί όχι μόνον δεν εφρόντισαν περί της Ελλάδος, αλλά και οι ίδιοι εφράγκεψαν, ενώ αι εμπορικαί κοινότητες επρονόησαν περί της σωτηρίας του Ελληνισμού  και μέσα εις αυτάς τας ιδίας και εις την πατρίδα , από την οποίαν απεμακρύνθησαν” ( Επ. Ιστ. Σελ. 506).

 

  Η Ενετική κοινότητα, λοιπόν έκανε την αρχή, κατά τον Παπαρρηγόπουλο, έρριξε το σπόρο από όπου βλάστησε “η διανοητική διάπλασις του έθνους” για να ακολουθήσουν και άλλες κοινότητες με το πέρασμα του χρόνου, κοινότητες που βοήθησαν στην “εμψύχωση” της Δημοσίας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα. Η Ενετική κοινότητα δεν ίδρυσε βέβαια ,παρά μόνο λίγα σχολεία  Τα πολυάριθμα εκπαιδευτήρια του 18ου αιώνα συστήθηκαν από τις πόλεις και τις κωμοπόλεις της Ελλάδας. Αλλά τα σχολεία αυτά κατορθώθηκε να συστηθούν και να “προικισθούν” με κατάλληλους δασκάλους , χάρις στα σχολεία που ιδρύθηκαν από την Ενετική κοινότητα στα Ιωάννινα.

 (    συνεχίζεται ....................  )

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ

ΗΘΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΩΣ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΣ