Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΩΣ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΣ
Ως λογοτέχνης φιλοσοφών
Κ.Γ.Παπαγεωργίου
Μια «πανοραμική» θέαση της
σκέψης του Άγγελου Τερζάκη θα σήμαινε να δει κανείς «εκ των έσω» τον άνθρωπο
και να προσδιορίση τον ψυχισμό του, στις αμοιβαίες σχέσεις του με το
περιβάλλοντα κόσμο. Έργο αρκετά δύσκολο, ίσως εν τέλει απραγματοποίητο, αν
λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας το γεγονός, ότι πάντοτε θα αγνοούμε τις υπερβατικές
ρίζες απ’ όπου κατάγεται το κάθε πρόσωπο, και μάλιστα ο συγγραφέας – διανοητής,
στη διάσταση της ελευθερίας του. Γιατί ο Τερζάκης έχει ήδη αναγνωριστεί ως
«ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος», αν τον δούμε μέσα από τον εκπεφρασμένο εαυτό
του – δοκίμια , μυθιστορήματα , θεατρικά.
Ο χαρακτηρισμός του ως του
«φιλοσοφικότερου συγγραφέα της γενιάς του» είναι εύστοχος και αληθινός.
Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι κάθε τόσο εισάγει στο λόγο του κάποιο σχόλιο,
σχετιζόμενο με ερωτήματα υπαρξιακά, ερωτήματα που απασχολούν τη φιλοσοφική
παράδοση εδώ και αιώνες, ερωτήματα διαρκώς επανερχόμενα. Αποτελεί ιδιαίτερο
χάρισμα του συγγραφέα η τεχνική με την οποία παρεμβάλλει τα σχόλιά του στη ροή
ενός λογοτεχνήματος ή ενός θεατρικού (γιατί, ως γνωστόν, ο Τερζάκης ασχολήθηκε
με πολλά είδη του λόγου). Για όσους έχουν κάποια προδιάθεση από το φιλοσοφείν,
θα βρουν τη σκέψη του χρωματισμένη από το σύνολο των θεμάτων της ανθρωπολογικής
παράδοσης, σε όλο της το εύρος. Ανεπιφύλακτα θα τον δοξάσουν.
Εμείς σ’ αυτό το σύντομο
σχεδίασμα θα αναδείξουμε ορισμένα από τα μοτίβα που διατρέχουν το έργο του
Τερζάκη, όπως αυτό αντανακλάται σε λογοτεχνήματα της ωριμότητάς του, όπως τα
Μυθιστορήματα «Δίχως Θεό» και «Μυστική Ζωή», γραμμένα στις αρχές και
τα τέλη της Δεκαετίας του ’50 (και αφού είχαν προηγηθεί τα εμβληματικά του
Μυθιστορήματα «Μενεξεδένια Πολιτεία»
και «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ», που ήδη τον
είχαν αναδείξει ως άριστο λογοτέχνη).
Αφετηριακά ο Τερζάκης υπήρξε
ευαίσθητος άνθρωπος, στοχαστικός και αμείλικτα αληθινός. Στις «προσωπικές του
σημειώσεις» (το 1984) δήλωνε πως «από το ευλαβικό ψέμα προτιμά την ανίερη αλήθεια».
Δεν θα θεωρήσουμε υπερβολική τη δήλωσή του, αν συνυπολογίσουμε ότι το πάθος της
«αλήθειας» που είχαν μεγάλοι συγγραφείς τους οποίους θαύμαζε και επιδίωκε να
μιμηθεί, όπως ο Ντοστογιέφσκι και ο Καμύ κ.ά. Ο Τερζάκης στοχάζεται πάνω στο
πεπρωμένο του ανθρώπου, στη θέση του μέσα στον κόσμο και στις δυνάμεις που έχει
καθήκον να αναπτύξει για να ολοκληρωθεί . όμως οι συμβατικότητες της κοινωνικής
ζωής (μήπως δεν είναι έτσι και σήμερα;) συμπνίγουν μέσα του αυτές τις
δυνατότητες, τον ακρωτηριάζουν, τον καθιστούν θύμα των κοινωνικών συμβάσεων.
Στη «Μυστική Ζωή» (σελ. 74, 75)
ο αφηγητής (που είναι η φωνή του ίδιου του συγγραφέα) λέει: «σε τελευταία
ανάλυση τον άνθρωπο τον σέβομαι – κάτι περισσότερο: τον συμπονώ – για τις
δυνατότητες που κρύβει. Τον βλέπεις στη ζωή του, στο τέρμα της, να παρουσιάζει
μια μορφή, ένα σχήμα καθαρά και περιοριστικά γραμμένο, κι όμως ο άνθρωπος δεν
ήταν αυτό. Ήταν άπειρα ενδεχόμενα, χίλιες – δυό δυνατότητες που κύλησαν,
έσβησαν, η ζωή με τις «αντικειμενικές συνθήκες» της δεν τ’ άφησε να βλαστήσουν.
Θα μπορούσε το τσόφλι αυτό του ξερού τζίτζικα που τραβάει τώρα γραμμή να γίνει
σκόνη, θα μπορούσε λέω να έχει κάνει πράξεις απίστευτα διαφορετικές απ’ αυτές
που τώρα τον προσδιορίζουν, τον φυλακίζουν απέναντι στην αιωνιότητα.
Να γίνει ένας άγιος ή ένας
προαγωγός, ένας πειρατής ή ένας τελωνοφύλακας. Λοιπόν εγώ τ΄ αγαπώ το μυστήριο
τούτο, που συνοδεύει τον άνθρωπο σαν καταχνιά γύρω – γύρω και σβήνεται τελικά
σε μια ειρωνεία. Οι άλλοι αγαπούν τον άνθρωπο για ό,τι είναι. Εγώ
τον αγαπώ γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι. Σφίγγεται η καρδιά μου στη σκέψη
πόσες και πόσες ευκαιρίες δεν έχασε ο έρμος, τόσες που μήτε κα'ν τις
φανταζόταν. Εδώ βρίσκεται η διαφορά μου με τον κόσμο – κι η μόνιμη διαφωνία
μας, αυτουνού κι εμένα».
Η διαφωνία του Τερζάκη με τον
κόσμο πρέπει να νοηθεί ως διαφωνία (για την τάξη του), για την σειρά με την
οποία προχωρούν τα γεγονότα, εντελώς «αφύσικα» , με τις σχέσεις να
θεμελιώνονται στον ωφελιμισμό και την υποκρισία (διαχρονική πραγματικότητα).
Όχι δεν μπορεί να συμφωνήσει με εκείνους που λένε ΝΑΙ στη φυλάκιση του
ανθρώπου μέσα στις «αντικειμενικές συνθήκες» της ζωής, εκείνων που παραβλέπουν,
εγκρίνουν τον εκπεσμό και τη χυδαιότητα. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν
εξελιχθεί διαφορετικά.
Ο (συγγραφέας) Τερζάκης
εκθέτει τις σκέψεις του με αυθορμητισμό, πηγαία ειλικρίνεια και συμπόνια,
ορίζοντας συνάμα και ένα από τα αιώνια προβλήματα – απορίες του φιλοσοφείν: το
πρόβλημα της φύσης του ανθρώπου και κατ’ επέκτασιν τον προορισμό του. Η εμμονή
του στις απαισιόδοξες όψεις της ζωής τον οδηγεί στο να αποδεχτεί ως «ενδεδειγμένη στάση» απέναντι στις
δυσκολίες και αντιξοότητες την ηρωική εγκαρτέρηση. Οι ήρωες των
μυθιστορημάτων του είναι άτομα που ενσαρκώνουν αυτό του το «ιδεώδες». Συνεπής
με την όλη ενασχόληση των υπαρξιακών, στοχάζεται πάνω στους ορίζοντες που
διανοίγονται στον άνθρωπο, αλλά και στα εγγενή όριά του. Ο ρόλος της τύχης
είναι σημαντικός, αλλά και ο θάνατος ανυπέρβλητο εμπόδιο, πηγή άγχους και
αγωνίας. Ήδη οι υπαρξιακοί έχουν λεπτολογήσει πάνω σ’ αυτό το οριακό γεγονός,
ώστε να μη χρειάζεται εδώ να το αναπτύξουμε διεξοδικά.
Ωστόσο, για τον Τερζάκη «το
πυροτέχνημα της Δημιουργίας» δε σβήνει, όχι. Ανατυπώνεται ζωντανό στο σκοτεινό
θάλαμο της μνήμης». Οι άνθρωποι δοκιμάζονται στη σχέση τους με τα πράγματα,
ανακαλύπτουν τη μυστική διάσταση του κόσμου, στοχεύουν στην πραγμάτωση των
στόχων τους.
Ο κόσμος των ανθρώπων, αλλά και
ο φυσικός κόσμος δεν συστοιχούν με την τάση προς το Απόλυτο. Από πού
άραγε προέρχεται αυτή η παρόρμηση; φαίνεται πως τον Τερζάκη τον απασχόλησε
διεξοδικά το ερώτημα. Σε μια από τις ωραίες σελίδες του, στη «Μυστική Ζωή»,
βάζει αυτά τα λόγια στο στόμα του πρωταγωνιστή ήρωά του: «Αυτός ο περιοδικός
χαρακτήρας της ζωής – ξύπνημα, φαΐ, ύπνος και πάλι εξ’ αρχής – με τρομάζει. Μου
υπαγορεύει μιαν αντίληψη για τον άνθρωπο μηχανική, σα να έχει μέσα του ένα
ρολόι πες κουρντισμένο σύμφωνα με τη συμπτωματική ώρα της γης. Έτσι έτυχε
– έτσι βρέθηκε. Μια μηχανή που πονάει είναι μια τελειοποιημένη μηχανή, όταν δεν
κρύβει μέσα της την αιωνιότητα ˙ αυτή η σκέψη με αναστατώνει» («Μυστική Ζωή»,
σελ 107).
Είναι γεγονός ότι η περιγραφή
(η φαινομενολογική) του εμπειρικού ανθρώπου, όπως τον συλλαμβάνουμε στην πεζή
καθημερινότητά του - εξαρτημένον από τις
άμεσες υλικές του ανάγκες – τον δείχνει υποταγμένο σε ένα κόσμο αναγκαιότητας
«σύμφωνα με την συμπτωματική ώρα της Γης». Η μηχανιστική αντίληψη για το
σύμπαν, την οποία ο 19ος αιώνας επικύρωσε με τη Θεωρία της Εξελίξεως,
ανακαλείται εδώ σ’ αυτόν τον εσωτερικό μονόλογο, όχι για να βεβαιώσει κάποια
θέση, αλλά για να ανοίξει το θέμα της έσχατης δικαίωσης του ανθρώπου.
Ο ήρωας του έργου αμέσως
παρακάτω αναρωτιέται: «πρέπει καλά και σώνει το δίποδο που αντιπροσωπεύεις να
έχει καμμιά εξωκοσμική δικαίωση, απόλυτη αξία; Όχι, κάθε άλλο! Τότε όμως γιατί
αυτή η απαίτησή του για το απόλυτο; Εδώ σε θέλω!» («Μυστική Ζωή», σελ. 107). Οι
υπαρξιακοί φιλόσοφοι μπορεί να έχουν κάνει ήδη τις αναλύσεις τους για την
κατάσταση του ανθρώπου, την «έλλειψη του νοήματος» και έργα οπως το «ο τοίχος»
του Σάρτρ ή ο «Σίσσυφος» του Καμύ, να διαποτίζουν τον ανθρωπισμό (ή τη μορφή
αυτή του ανθρωπισμού) του 20ου αιώνος, αλλά το ερώτημα φλογίζει και τον καθένα,
που κάνει ένα διάλλειμα από την «πάλη για τη Ζωή» προκειμένου να σκεφτεί με
νηφαλιότητα.
Ο Τερζάκης
θέτει το ερώτημα, σαν ένα υπαρξιακό δίλημμα, απέχει όμως από το να δώσει
ορισμένη απάντηση – ποτέ δεν εκδηλωνόταν ως «δογματικός» «όμως να,» αναρωτιέται
ο ήρωας του «έρχονται κάποιες άλλες ώρες που με τονώνουν, με γητεύουν. (Γι’
αυτό και δεν μπόρεσα, ποτέ μου να οικοδομήσω ένα σύστημα από ιδέες με συνέπεια,
που θα δικαίωνε τη ζωή μου, κι’ ας είχα όλη την ικανότητα να το κάνω. Τη μια
πιστεύω το ένα, κόβομαι για δαύτο, την άλλη μου φαίνεται ολοφάνερο το άλλο).
Είναι οι στιγμές ας πούμε καθώς τούτη που ζω τώρα, η παραδεισιακή».
(«Μυστική Ζωή», σελ. 108).
Αυτές οι στιγμές,
πραγματικά, είναι που χαρίζουν την αίσθηση της δικαίωσης, το άνοιγμα σε έναν
άλλο κόσμο – πέραν αυτού της αναγκαιότητας . Ο άνθρωπος, - λέει ο Berdiuetf,
τον οποίο φαίνεται πως είχε καλά αφομοιώσει ο Άγγελος Τερζάκης - είναι
δυστυχισμένος, γιατί ζει αδιάκοπα ανάμεσα σε δύο κόσμους: αυτόν της
αναγκαιότητος και αυτόν του πνεύματος και της ελευθερίας. Ζει μέσα σ’ έναν
κόσμο της «αντικειμενικότητας», νοσταλγεί όμως το αιώνια, τις
αρχέγονες πηγές του πνεύματος, το «χώρο» όπου νοιώθει ελεύθερος από αναγκαιότητες.
Πηγή της οδύνης του είναι η διπλή του φύση. Απαισιόδοξη αντίληψη για τη
ζωή, την οποία φαίνεται πως ο Τερζάκης υπερβολικά εκθέτει στο σύνολο του έργου
του.
Γι’ αυτό και η λογοτεχνία του Τερζάκη κυριαρχείται
από την αδιάκοπη δοκιμασία των ανθρώπινων σχέσεων, την οριστική αποτυχία τους
καθώς και από τη διάψευση του έρωτα, συστατικού στοιχείου της ζωής. Κάποτε,
κάποτε, όμως ο έρωτας ανοίγει άλλους ορίζοντες, ανυψώνει, κάνει τον άνθρωπο
θεϊκό. «Του έρωτα το δόλωμα είναι , άλλο διαφορετικό. Είναι έκσταση, έκλαμψη,
μυστική λατρεία, προσευχή από τα έγκατα οίστρος βαθύς κορύφωση, Ιερή οδύνη»,
«Ναι, ναι ο έρωτας τον ξεπερνάει τον έρωτα, εγώ σου το λέω: Δεν είναι υπόθεση
ιδιωτική: είναι κοσμολογική» («Μυστική Ζωή», σελ. 202).
Στην ίδια σελίδα, όμως, δείχνεται και η άλλη πλευρά
του έρωτα, η καταστροφική. Τότε χαρακτηρίζεται ως «ιερή Ζούγκλα»! «Τί σχέση
έχει με την αγάπη ο έρωτας; η αγάπη είναι αυταπάρνηση, ο έρωτας εγωισμός.
«Νείκος». Μίσος ιδιότυπο, τον χαρακτηρίζει η νυχιά , το γρατζούνισμα του θηρίου.
Η λαχταριστή πληγή. Μια αντιδικία προαιώνια, σκοτεινή όπως ο λόγος που τη
γέννησε, όπως ο τελικός σκοπός της»
(ο.π. Σελ. 20 )
Ο Τερζάκης σε όλα του τα έργα, έχει ήδη επισημανθεί
αυτό από την κριτική , εκφράζει μία Μεταφυσική Λατρεία προς τη γυναίκα. Έχει
αφιερώσει σ’ αυτή πολύ ωραίες σελίδες με τους στοχασμούς του, τη χάρη του λόγου
του. Ωστόσο π αστικός γάμος που περνάει κρίση, μπαίνει στο στόχαστρο του
Τερζάκη, το νυστέρι του πάει πολύ βαθιά. Η λογοτεχνία του εν πολλοίς είναι και
μία καταγγελία αυτής της πλευράς της Ζωής, μέσα στο σύνολο βέβαια της Αστικής
υποκρισίας και χυδαιότητας.
Στη «Μυστική
Ζωή», ο Βασίλης που ταλαιπωρείται από τις υποψίες και την κακεντρέχεια της
γυναίκας του, της Κικής, εξομολογείται κάποια στιγμή στο φίλο του πρωταγωνιστή:
«Νομίζεις πως ήμουνα πάντα αυτός που γνώρισες; Ο φουκαράς δηλαδή, ο
μισοκοιμισμένος, αυτό το ζωντανό που γρατζουνίζεται ολημερίς στο γραφείο του με
μια πένα, σ’ ένα κατάστιχο σκοτώνει την ώρα του με το τάβλι ή κάπου – κάπου
φουμάρει και κανένα ναργιλέ; …. Όχι. Δεν ήμουνα έτσι πάντα …..
…. Στα νιάτα μου … πώς να σου πω… στα νιάτα
μου αγαπούσα τό όμορφο εγώ που με βλέπεις, με συγκινούσε τό όμορφο… Διάβαζα
ωραία βιβλία, ποιήματα, ψιλοτραγουδούσα και λιγάκι, νόστιμα λένε… κι’ όμως!
Είναι αλήθεια… Αυτά τώρα πάνε. Σκέψου όμως: Αν δεν ήμουν έτσι που σου λέω
εκείνο τον καιρό, θα έκανα τώρα παρέα μαζί σου; Όχι, δεν θα έκανα».
Στη συνέχεια
εξιστορεί το γάμο του και το σταδιακό βουλιαγμά του, συγκρίνοντας τον άνθρωπο
τον παλαιό, με τον άνθρωπο του τώρα. Ομολογεί και πως και η γυναίκα του στην
αρχή ήταν διαφορετική από ότι τώρα και είχε κάτι αλλιώτικο, κάτι ελκυστικό.
Αγνοεί μήπως ο Τερζάκης τη φθορά του χρόνου, το «ξέφτισμα» των θεσμών ή τις
δυσκολίες των διαπροσωπικών σχέσεων, που συντηρούν τις περιοδικές κρίσεις, καθώς
η ζωή αδιάκοπα προχωρεί μέσα στο χρόνο;
Δεν μπορούμε
να υποστηρίζουμε κάτι τέτοιο για έναν άνθρωπο, που φαίνεται πως τίποτα το
ανθρώπινο δεν του είναι ξένο, έναν άνθρωπο που έχει προσεγγίσει κριτικά όλο το
φάσμα στη διαδρομή της ζωής. Φυσικά και δεν μπορεί ένας άνθρωπος στα σαράντα
του π.χ να είναι ίδιος με αυτόν που ήταν στα είκοσί του – το αναφέρει στην ίδια
συνάφεια, ένα από τα πρόσωπα του διαλόγου. Ο Τερζάκης προχωρεί στους
συλλογισμούς του με αφετηρία την ποιότητα του γάμου, που συναντά εμπειρικά γύρω
του, στα όρια των «αξιών» της εποχής του. Μέσα από τις σχέσεις στο γάμο δείχνει
την παρακμή της αστικής κοινωνίας.
Δεν πρέπει
να πιστέψουμε πως ο συγγραφέας μας δεν φαντάστηκε ποτέ του κάτι το ανώτερο για
τους ανθρώπους και την κοινωνία. Η ότι είναι απλά η λογοτεχνική έκφραση της
απελπισίας και του αδιεξόδου. Οι κριτικοί μελετητές του, όπως λ.χ. ο Mariο
Vitti σημειώνουν πως ανήκει ο εκείνους που απλά επιβίωσαν, χωρίς ποτέ να
καταφέρουν να ξεφύγουν από τον πεσσιμισμό και τη μοιρολατρία που τους υπέβαλε
το κλίμα της κοινωνίας. Αυτό είναι πράγματι αληθινό. Αλλά τίποτα δεν αποκλείει
την εναγώνια προσπάθεια, μέσα από την καταγγελία της αποτυχίας, τη λογοτεχνική
καταγγελία να προκύψει κάτι το θετικό.
Εξ’ ού και η σκέψη του για την αποστολή της μνήμης,
που διατηρεί όσα έρχονται και παρέρχονται μέσα στον χρόνο. Χωρίς αυτήν δεν
υπάρχει ούτε δημιουργία, ούτε ιστορία. «η παρθενιά του κόσμου βρίσκεται
στη μνήμη» αποφαίνεται ένας ήρωας του στη «μυστική ζωή». Η ομορφιά των
πραγμάτων και των γεγονότων φωτίζεται και αναδρομικά από κάποια απόσταση∙ «Έχω
μέσα μου τοπία ανεκτίμητα γιατί η μνήμη τα έκλεψε παρθένα από τη φθορά του
τώρα… Ανοίγω λοιπόν κάποτε το παλιό τεφτέρι με τα οράματα, πιάνω να τα θεωρώ
θολωμένος… Έχουνε πάντα κάτι καινούργια να μου μολογήσουν γιατί δεν τα στέρεψα»
(«μυστική ζωή» σελ. 25,26).
Ο Τερζάκης
γνωρίζει επίσης πως «η εκπλήρωση είναι ο σαρκασμός του πάθους». Μας το έχουν
πει και άλλοι σπουδαίοι διανοούμενοι και συγγραφείς Ο άνθρωπος πάντα κυνηγάει
το ανέφικτο: αυτός είναι και ο ορισμός της Μεταφυσικής, μέσα σε λίγες λέξεις.
Η φθορά του
χρόνου! Να μια ακόμα «εμμονή» των υπαρξιακών. Χρόνος και θάνατος. Κανείς δεν
μπορεί να διαφύγει από την «επικράτεια» τους. Υπάρχει όμως μια λογοτεχνική
διαφυγή και χρειάζεται να την αναδείξουμε:
«γιατί λέμε
πως κάθε ομορφιά εξευτελίζεται από το χρόνο; Το χνουδάτο μάγουλο του κοριτσιού
είναι μια στιγμή αιώνια όσο κ’ η ζωή ενός άστρου. Όλες οι διάρκειες έχουν την
ίδια αξία απέναντι στην αιωνιότητα, την ισοδύναμη με την ανυπαρξία… ποιός το λέει πως ό,τι έζησε μία φορά είναι
ψεύτικο, μόνο και μόνο γιατί δεν βαστάει πάντα;… Όχι, όχι, δεν το παραδέχομαι
εγώ πως η δροσιά του ανθισμένου κοριτσιού ήταν ένα ξεγέλασμα, γιατί μια μέρα
φυλλορρόησε. Το λουλούδι κι ο ευωδιαστός καρπός είναι αλήθεια, όσο και το
σκουλήκι, ο απόγονός τους. Τι ι’ άξιζε το θαύμα αν ήταν αιώνιο;»
(«μυστική ζωή», σελ. 26).
Αποστολή της
μνήμης είναι, για τον Τερζάκη, «να κρατάει αλύγιστη τη μελωδία της Ζωής, να την
περνάει σε μια διάσταση άφθαρτη, έξω από τον επίβουλο το χρόνο. Και να την
ξομπλιάζει, να την βαθαίνει να της συνάγει το αληθινό της νόημα, που είναι
απρόφερτο, μαγικό». Πως μπορείς να πεις
ότι ο συγγραφέας μας δεν αποπειράτει να βρει μια λύση στα υπαρξιακά του βάθη,
όταν διαβάζεις τέτοιες σκέψεις; Θα δικαιώσουμε, λοιπόν τον άνθρωπο Τερζάκη, για
τις απόπειρές του να αρθρώση λόγο απέναντι στα Θεμελιώδη ερώτημα των
υπαρξιακών. Και όχι μόνο αυτών . Γιατί,
ήδη στην Αρχαία Ελλάδα, ο θεϊκός Πλάτων με την φιλοσοφία του μήπως το
ίδιο ερώτημα δεν αντιμετώπιζε, δίνοντάς του όμως άλλη λύση;
Δεν ήταν η
επιθυμία του να διατηρήσει ζωντανό ό,τι υπήρξε, ό,τι χάθηκε μέσα στο χρόνο,
επινοώντας τον αιώνιο κόσμο των ιδεών και των αρχέτυπων. Δεν είναι και αυτό ένα
ισχυρό επιχείρημα για την αναγνώριση του Τερζάκη ως σημαίνοντος φιλοσοφικού λογοτέχνη, άσχετα με τις λύσεις που προτείνει;
Αν κάποιοι
συγγραφείς, ποιητές και λογοτέχνες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ζήτησαν
διαφυγή στο «επέκεινα» και εκεί βρήκαν τη γαλήνη, δεν ισχύει το ίδιο και για
τον Άγγελο Τερζάκη, αν και ποτέ δεν γνωρίζουμε τα έγκατα του κάθε ανθρώπου.
Ωστόσο, με τη τεκμήρια που διαθέτουμε, πιστεύουμε πως ο Τερζάκης γαντζωμένος
για τα καλά στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (κατά τον γιό του , Δ. Τερζάκη), έφθασε μέχρι του σημείου της
ανάδειξης (λογοτεχνικής) των ορίων της ύπαρξης και όλης της σχετικής
ανθρωπολογικής παράδοσης , από το Σωκράτη και εντείθεν.
Β ΜΕΡΟΣ
Ως ελεύθερα
στοχαζόμενος άνθρωπος ο Τερζάκης έδωσε, με τη λογοτεχνική του δύναμη, μορφές
στις απόψεις του με την αφήγηση ιστοριών, από το άμεσο περιβάλλον του. Δεν είναι , ωστόσο εύκολο να συστηματοποιηθεί η σκέψη του (
διανθισμένη εδώ μέσα από τα μυθιστορήματα της Δεκαετίας του ’50 ) ούτε να δοθεί
στην ολότητά της. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι μιά «εξόρυξη» υλικού μέσα από
τις σελίδες τις λογοτεχνικές, το οποίο θα μπει σε ένα «καλούπι» από τον
μελετητή του.
Βέβαιο είναι
πως ο συγγραφέας – Τερζάκης έχει αφομοιώσει καλά τους υπαρξιακούς, έχει επηρρεαστεί από τα διαβάσματα τους.
Ιδιαίτερα αυτά του Καμί και του
Ντοστογιέφσκι. Αλλά διαβάζουμε κάτι με αφομοιωτική δύναμη, μόνο αν το
περιεχόμενό του αντιστοιχεί σε όσα μέσα μας κουβαλάμε. Δεν μπορεί να υπάρξει
«αντικειμενική» ανάγνωση, άχρωμη, ουδέτερη.
Πάντα
εμπλεκόμαστε, λιγότερο ή περισσότερο, σ’ αυτό που διαβάζουμε, προσπαθούμε να
ζυγίσουμε τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τα έργα. Η μεγάλη λογοτεχνία, ως
γνωστόν _ και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις όλων των θεωρητικών της _ αποτελεί
«συναίρεση» του ατομικού χαρακτήρα (βιολογικές μεταβολές, κλίσεις,
ενδιαφέροντα) και της κοινωνίας εντός της οποίας μορφοποιείται ο καθ’ έκαστος
δημιουργός. Κάθε λογοτέχνημα σύμφωνα με τους Rene Weller και Austin Warren
(θεωρία της Λογοτεχνίας) έχει αυτόνομη υπόσταση και αξία, άσχετα με τον αν
αποτελεί «φορέα» ιδεών ή φιλοσοφημάτων.
Ο Τερζάκης
ανήκει στην κατηγορία των φιλοσόφων - λογοτεχνών παίρνοντας τα θέματά του από
τους υπαρξιακούς του 20ου αιώνα και επενδύοντας τα με το λόγο του. Διότι πάντοτε «η γλώσσα είναι το υλικό της Λογοτεχνίας».
Ο Άγγελος Τερζάκης δεν έγραψε «εποχιακή» λογοτεχνία, μόνο προς τέρψιν των
αναγνωστών του, έγραψε εργα με διάρκεια μέσα στο χρόνο, παρότι είναι έργα
επηρρεασμένα με την εποχή του.
Γιατί η φύση
των ανθρώπων, στην οποία «εντρυφά» ο Τερζάκης, έχει ορισμένα μόνιμα
χαρακτηριστικά από την εποχή των σπηλαίων μέχρι την εποχή των ουρανοξυστών.
Ακριβώς γ’ αυτό, ο λογοτέχνης μας - γιατί μπορούμε και από αυτή τη σκοπιά να
τον θεωρήσουμε δικό μας όχι μόνο τοπικά - με την ιδιοσυγκρασία του υπαρξιακού
διαβαίνει τα όρια τα στενά μιας εποχής και φθάνει μέχρι το σήμερα. Γιατί ποιος
μας λέει πως και οι συγκαιρινοί μας δεν έχουν ανάλογες ζητήσεις και
ερωτήματα; Μήπως ο μονοδιάστατος
οικονομισκός και η πλησμονή της τεχνολογίας μπορούν να μας αφαιρέσουν την
ανθρώπινη ουσία μας; Μήπως ο καταναλωτισμός και η αδιαφορία δεν έχουν ρήγματα
οδυνηρά; Το ξέρουμε καλά αυτό, αναλογιζόμενοι
τις «διαφυγές» του σήμερα, σε όλη την ποικιλομορφία τους.
Εφ’ όσον
μπορούμε να ακολουθήσουμε τα ίχνη της σκέψης του Τερζάκη, μπορούμε να κάνουμε
και τις δικές μας συνειδητοποιήσεις στο παρόν. Αυτό είναι και ωφέλιμο για τη
διατήρηση των ευαισθησιών μας, για τη
διαφύλαξη της νοητικής μας ακεραιότητας, όταν τόσα πράγματα και καταστάστεις
μας θέλουν αδρανείς, κουρασμένους από αβάσταχτα φορτία. Η σκέψη του
Τερζάκη μπορεί να μας ξεκουράζει, εκτός από το να μας αφυπνίζει.
Αλλά θα είναι λάθος μας να συμπεραίνουμε ότι ο
Τερζάκης πίστευε αυτό ή το άλλο. Θα είναι λάθος να πιστεύουμε στην εμμονή
του σε ορισμένη γνώμη, χωρίς να υποθέτουμε ότι όλα τα εξέταζε στοχαστικά ή τα προσέγγιζε από κάθε πλευρά,
μέσα από τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του. Είναι σωστό να σκεφθούμε ότι ο
Τερζάκης φιλοσοφούσε αδιάκοπα_ εξ ιδιοσυγκρασίας_ γύρω υπό τα ανθρώπινα
πεπρωμένα, με τις ηθικές τους προεκτάσεις ,
προσπαθώντας να δώσει όλες τις εκδοχές. Αφήνοντας τον αναγνώστη να
αναρωτηθεί και ο ίδιος πάνω στα προβλήματα. Ακόμη και σ' αυτό το έσχατο που είναι η προσωπική εκμηδένιση, ο θάνατος.
Ο ίδιος ο
κόσμος αποτελεί μυστήριο για κάθε σκεπτόμενο. «Ναι, τον κόσμο αυτό που
μέσα του ζούμε, δεν τον ξέρουμε τι είναι∙ ώρες _ ώρες όμως αναρωτιέμαι ποιο
άραγε πνεύμα χαιρέκακα να τον σοφίστηκε , κάθησε και τον σκάρωσε έτσι , σε μιά
στιγμή απάνθρωπου οίστρου” , «αποτραβήχτηκε ύστερα πέρα, μακρυά στην καταγάλανη
άβυσσο και κάθεται τώρα και τον θεωρεί, τον χαζεύει, διασκεδάζει». Αυτή είναι
μία εικόνα που μας δίνει ο Τερζάκης για το μυστηριώδες του κόσμου, το ασύμμετρό
του με τους ανθρώπινους πόθους. Αλλά να που αυτή είναι η τάξη της δημιουργίας _
η τάξη των πραγμάτων. Ο Καμί στοχαζόταν μια επανορθωτική πράξη, που θα
ξανάφτιαχνε τον κόσμο από την αρχή, προκειμένου να λυθεί το παράλογο του
κόσμου.
Γιατί, στο
κάτω _ κάτω έπειτα από μία ζωή παράλογη, ακολουθεί και ένας θάνατος, το ίδιο
παράλογος «σίγουρα το πιο ξεκαρδιστικό θέαμα θα είναι το φαυκαριάρικο το
δίποδο, που αγκαλιάζει παλαβά τη ζωή,
«ξέρει» πως θα τη χάσει._ Αυτή η επινόηση, το να «ξέρεις», είναι _ μη μου πήτε!
_ το κορύφωμα του θεϊκού παιχνιδιού, η πιο ραφινάτη ηδονή του. Παρακαλώ να
σημειωθεί πως εγώ που τα λέω αυτά, εγώ την αγαπώ τη ζωή με πάθος , δεν είναι
κανένας ασκητής. Μόνον όσοι αγαπάνε στη σωστή της αξία τη ζωή, μόνον αυτοί
είναι συννεφιασμένοι. Όσοι είχαν το θάρρος να καταλάβουν το αναντικατάστατο
νόημά της» («μυστική ζωή», σελ 255).
Για τον
Τερζάκη, όσοι βρίσκονται μέσα στον κόσμο, έχουν τη δυνατότητα να προσβλέπουν σε
κάτι καλύτερο, αφού ο “κόσμος των ασκητών” είναι γι’ αυτόν κάτι σαν άπιαστο
όνειρο. Μια διαφυγή από την άμεση θέα του παρόντος. Σε ορισμένα του δοκίμια
εξηγεί καθαρά τη σκέψη του αυτή. Θέλει έναν κόσμο με ισότητα και δικαιοσύνη
χωρίς όμως να ταντίζεται με κάποιο Πολιτικό σύστημα ή κόμμα, που υπόσχονται
αυτά, “δίκην ιδεολογίας”
Ανήκοντας σ’
εκείνον]υς που προτίμησαν να είναι ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι, απαλλαγμένοι
από δογματισμούς, έριξε πολύ φως στα γεγονότα του αιώνα που μόλις
διανύσαμε, αποκαλύπτοντας τις βαθύτερες αιτίες των ακαταστασιών και
συγκρούσεων, που διαλύουν τις κοινωνίες. Παρά την απαισιόδοξή του αντίληψη της
ιστορίας, όπως και Berdieff, είδε τον αληθινό άνθρωπο σε όλο του το
εύρος και με όλο το φορτίο που κουβαλάει στις πλάτες του.
Είναι
βέβαιο γεγονός πως η μεγάλη τέχνη διαπερνάει το χρόνο, εκφράζει πανανθρώπινες
ζητήσεις ερωτήματα που διαρκώς επανέρχονται, για να αντιμετωπισθούν εκ νέου. Το
να αποφανθούμε λοιπόν για τη λογοτεχνική επικαιρότητα του Τερζάκη, δεν είναι
απλώς θέμα προσωπικών προτιμήσεων, γιατί η υπαρξιακή αλήθεια από μόνη της
εγγίζει τους ανθρώπους, σ’ αυτήν βρίσκουν τον «καθρέφτη» τους.
Ίσως βέβαια
να μην μπορούμε πάντοτε να αντικρύσουμε κατάματα τον εαυτό μας, γιατί θα
είμαστε υποχρεωμένοι να δούμε την άσχημη πλευρά του. Ίσως να θέλουμε να ζούμε
με το υπαρξιακό ψέμα, το μύθο που μας συντηρεί ή τη φαντασίωση που μας
θεσπίζει. Είχε δίκιο ο Τερζάκης όταν έγραφε (προσωπικές σημειώσεις, Αστρολάβος
/Ευθύνη 1984, σελ. 18-19) πως «Η Αλήθεια από την ίδια της τη φύση είναι
φτιαγμένη για πολύ λίγους. Και ούτε αυτοί άλλωστε μπορούν να αντισταθούν στο
διαλυτικό της αγκάλιασμα, στη θανατηφόρα εξομολόγησή του».
Οι πολλοί
σήμερα επιδιώκουν το πρακτικά ωφέλιμο, το συμφέρον, την επικράτηση του Εγώ
(οντολογία της “ισχύος”, λέγεται με φιλοσοφικό ύφος). Στην μετανεωτερική
κοινωνία του 21ου αιώνα ο σοφός και ο καλλιτέχνης ή ο Άγιος δεν έχουν κάποια
προνομιακή θέση απέναντι των άλλων, δεν επηρεάζουν το πολιτικό γίγνεσθαι, ούτε
είναι οι «αόρατοι νομοθέτες του κόσμου».
Εάν ο
άνθρωπος «είναι καταδικασμένος να προοδεύει» (Αγγ. Τερζάκης, παρ. σημειώσεις,
Αστρολάβος/ Ευθύνη, 1984, σελ. 53), τότε αυτή πρόοδος γίνεται με «οριζόντιο
τρόπο» προοδεύει μέσα στον πολύβουο μύλο όπου έχει εγκλειστεί ως μελοθάνατος.
Είναι μια πρόοδος στη γνώση και την επιστήμη, αλλά δεν είναι ηθική πρόοδος.
Έτσι οι πολλοί δεν αντιλαμβάνονται καν την πορεία που έχει πάρει ο κόσμος. Δεν
βλέπουν τους παραλογισμούς του.
Αλλά, «το
παράλογο του κόσμου υπάρχει για λίγους. Γι’ αυτούς που αντιπαραβάλλουν την
έμφυτη εσωτερική τους αξίωση με το ηθικά ασύμμετρο του κόσμου, του
σύμπαντος. Για τους άλλους, τους πολλούς, ο κόσμος είναι συνεπέστατος
λογικότατος. Μη μιλάμε λοιπόν δογματικά για το παράλογο. Είναι τόσο σπάνιο όσο
και η τραγική προδιάθεση και γεύση»
(Α.
Τερζάκης, πράς. Σημειώσεις, Αστρολάβος/Ευθύνη, 1984, σε. 16).
Δεν θα
μπορούσε κάποιος να διαβάσει λογοτεχνία του Τερζάκη, χωρίς κάποια «τραγική
προδιάθεση και γεύση». Ίσως όταν φτάνει σε συνείδηση των ορίων του ή όταν θέλει
να συνειδητοποιήσει τους όρους του «κοινωνικώς υπάρχειν», στα όρια των δικών
μας καιρών. Και τούτο διότι ο άνθρωπος, πάλι κατά τον Τερζάκη, «στην καλύτερη
του εκδοχή, είναι ένα πλάσμα, που δεν το χωράει ο εαυτός του»
(πρωσ.
Σημειώσεις, ο.π. σελ. 26).
Ένα καίριο
ερώτημα που ελλοχεύει σε κάθε ανάγνωση είναι εν τέλει το εξής: «γιατί να
διαβάζουμε λογοτεχνία»; παράλληλο είναι
και το ερώτημα που ειδικά για τον Τερζάκη μπορεί να διατυπωθεί: «γιατί να
φιλοσοφούμε»;
Θα μπορούσε
κάποιος να απαντήσει: φιλοσοφούμε γιατί βρισκόμαστε μέσα στον κόσμο «ενδεείς»,
έχομε χάσει την αρχική ενότητα των πραγμάτων. Αυτή η απόσταση, η αέναη, από το
αυθεντικώς υπάρχειν είναι η αιτία του φιλοσοφείν∙ Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και
για το «λογοτεχνικώς φιλοσοφείν» (μόνο που εδώ η αφηγηματικότητα, ο μύθος, η
«πλαστικότητα, μετατρέπουν τις έννοιες, τον στοχασμό σε εικόνες, που μας
κυριαρχούν, στο μέτρο του δικού μας ανοίγματος στο λογοτεχνικό κείμενο).
Ο Τερζάκης
έβλεπε να ανατέλλει μια ηρωϊκή ανθρωπότητα μέσα από την απελπισία «δεν υπάρχει
αληθινός ηρωισμός, όπου υπάρχει ελπίδα» έγραφε. Βέβαια ο κόσμος και η Ιστορία
συνεχίζουν την πορεία τους «αδιαφορώντας» για ό,τι παρέρχεται ανεπιστρεπτί.
Άλλα πρόσωπα
και άλλα γεγονότα έρχονται διαρκώς στο προσκήνιο. Και υπάρχει και το
αδιαφιλονίκητο γεγονός του «τέλους». Εδώ μας δίνεται μία παρηγοριά: βέβαια «μας
αναστατώνει το γεγονός του θανάτου όμως ξεχνάμε ότι είναι τόσο φυσιολογικό όσο
μια γέννηση, και πάντως πολύ πιο αναγκαίο»
( προσωπικές
σημειώσεις, Αστρολάβος/Ευθύνη, σελ. 22)
Παρηγοριά
μας δίνει και το άνοιγμα στο υπερβατικό. Ο Τερζάκης εν προκειμένο δηλώνει
πως το δράμα πως ο θεός είναι σύλληψη υποκειμενική. Η εποχή μας ζητάει
αντικειμενικές αλήθειες».
(ο.π., σελ.
83).
Κάθε εποχή,
εν τέλει, και η δική μας ξεχωριστά «ζητάει αντικειμενική αλήθεια». Ο λογοτέχνης
μας, έχοντας εκφράσει μέσα από τα έργα του όλα τα θεμελιωδώς βασανιστικά
ερώτημα, για «το είναι» του ανθρώπου και την «τραγική του μοίρα», ορθώς λέγει
πως η εποχή μας ζητάει αντικειμενική αλήθεια (χωρίς τη προσδιορίζει αν
αυτό το επιχειρεί με την τέχνη, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, τη θρησκεία ή τη
Διανοητικότητα).
Έχοντας
υπομνηματίσει ο Τερζάκης τους υπαρξιακούς με τη λογοτεχνική του ιδιοφυΐα, μας
αφήνει στο κατώφλι της υπέρβασης, σε μια ζωή μελλοντική, όπου οι γενιές, οι
μετά από αυτόν θα βαδίζουν ηρωικά σε μια ανώτερη ζωή. Το αν αυτό έχει αρχίσει
να κατορθώνεται στις Δεκαετίες που ακολούθησαν το θάνατό του, επαφίεται στην
κρίση του καθενός μας να το ερευνήσει.
Όποιο κι αν
είναι το πόρισμα της ερευνάς του, όμως, δύσκολα κανείς θα αμφισβητήσει ότι ο
Τερζάκης ως εκπρόσωπος της γενιάς του ’30, είναι ο λογοτέχνης που κατέδειξε
εναργώς την κατάσταση του ανθρώπου, που πέρα από τις μορφές που
παρέρχονται , τα γεγονότα που διαδέχονται το ένα το άλλο, παραμένει ο αιωνίως
αναζητών τον αληθινό εαυτό του, μέσα από τις καταστροφές και τις αντιφάσεις της
Ιστορίας. Γιατί:
«θα είναι αναγκασμένος πάντοτε να προοδεύει».
Κώστας Παπαγεωργίου
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου